Monthly Archives: February 2014

ΑΙΑΣ Ο ΤΕΛΑΜΩΝΙΟΣ, ΤΟ ΦΡΑΓΜΑ ΤΩΝ ΑΧΑΙΩΝ

Ευθύς, ειλικρινής, ολιγόλογος, καρτερικός, σεμνός, ο ιδανικός οπλίτης, ένα αληθινό παλικάρι, ο πιο ανδρείος από τους Έλληνες μετά τον πρώτο του εξάδελφο Αχιλλέα, άξιος αντίπαλος του γενναίου Έκτορα.

Ήταν εγγονός του Αιακού και γιος του Τελαμώνα, βασιλιά της Σαλαμίνας και της Ερίβοιας, κόρης του βασιλιά των Μεγάρων και εγγονής του Πέλοπα. Η Ερίβοια έλεγαν ήταν μια από τις κοπέλες που μαζί με το Θησέα είχαν σταλεί στην Κρήτη, για να φαγωθούν από το Μινώταυρο. Αδελφός του ήταν ο Τεύκρος, από άλλη όμως μητέρα, την Ησιόνη, αδελφή του Πριάμου.

Ο Ησίοδος καθώς και ο Πίνδαρος αναφέρουν ότι όταν γεννήθηκε ο Αίαντας, βρισκόταν στη Σαλαμίνα ο Ηρακλής, που τύλιξε το βρέφος με τη λεοντή του και ευχήθηκε να γίνει το παιδί που μόλις είχε γεννηθεί, «άρρηκτον», δήλ. άτρωτο όπως και η λεοντή. Ο Ζευς που ανταποκρίθηκε στην ευχή έστειλε έναν «αιετόν», από όπου το παιδί ονομάστηκε Αίας. Και πράγματι, όπως μας λέει ο Όμηρος στην Ιλιάδα του, όπου τον περιγράφει πελώριο και πανίσχυρο, ο Αίαντας ήταν άτρωτος σ’ όλο του το σώμα, εκτός από τις μασχάλες του που δεν είχαν σκεπαστεί με τη λεοντή.

Ο Αίαντας μετείχε στην Τρωϊκή εκστρατεία με 12 πλοία, επικεφαλής Σαλαμίνιων και Μεγαρέων. Στον διάλογο μεταξύ Πρίαμου και Ελένης ενώ παρατηρούν τον στρατό των ελλήνων από τα τείχη της Τροίας, ο Πρίαμος ρωτάει την Ελένη: «Ποιος είναι ο γιγαντόσωμος αυτός άνδρας που ξεχωρίζει με το κορμί και το κεφάλι από τους άλλους Αργείους;» («ηύς τε μέγας τε»), εκείνη του απάντησε: «Είναι ο πελώριος Αίας, το φράγμα των Αχαιών».

Ξεχωριστό όπλο του είναι η τεράστια και φοβερή ασπίδα του από επτά δέρματα βοδιού («δείνον σάκος επταβόειον»), η οποία στον Όμηρο παρομοιάζεται με πύργο.
Ο ίδιος ο Έκτορας του λέει αργότερα: «Σου έδωσε ο θεός ανάστημα και δύναμη και γνώση και είσαι και στην πολεμική τέχνη ο ανώτερος ανάμεσα στους Αχαιούς». Μονομάχησε με τον Έκτορα χωρίς να νικήσει κανείς απ’ τους δύο τους. Παρά τη δίνη του πολέμου και της δικής τους μονομαχίας αναγνωρίζουν ο ένας την αξία του άλλου και ανταλλάσουν όπλα. Ο Αίας χαρίζει στον Έκτορα τη ζώνη του, «ζωστῆρα δίδου φοίνικι φαεινόν» (Η 305) και μ’αυτήν αργότερα ο Αχιλλέας θα δέσει το σώμα του νεκρού Έκτορα στο άρμα του και θα το σύρει γύρω απ’ την Τροία. Ο Έκτορας χαρίζει στον Αίαντα το ξίφος του, «ξίφος ἀργυρόηλον σὺν κολεῷ τε φέρων καὶ ἐϋτμήτῳ τελαμῶνι·» (Η 303-4). Αλλά τα δώρα στάθηκαν άτυχα και για τους δυο ήρωες.

Ο Αίας είναι αυτός που αποσπά το κορμί νεκρού του Πατρόκλου από τα χέρια των Τρώων κι αργότερα το κορμί του ίδιου του Αχιλλέα.

Μετά από το θάνατο του Αχιλλέα και τους αγώνες που γίνανε προς τιμή του, αποφασίστηκε να δοθούν τα όπλα του ήρωα στον ανδρειότατο από τους Έλληνες και σε κείνον που αγωνίστηκε περισσότερο για τη διάσωση των όπλων και του κορμιού του ήρωα, ως τιμητικό δώρο. Τότε η προσφορά του Αίαντα παραβλέπεται, όπως και η συγγένεια του με τον Αχιλλέα, και τα όπλα παίρνει ο πανούργος Οδυσσέας, μια επιλογή που μάλλον έγινε από φθόνο: να μην αναγνωρίσουν οι άλλοι Αχαιοί βασιλείς του Αίαντα τα αναμφισβήτητα πρωτεία (πανταχού παρόν το σαράκι της φυλής μας). Φυσικά, αν ζούσε ο Αχιλλέας οι Ατρείδες δεν θα τολμούσαν τέτοια κατάφωρη αδικία και προσβολή. Όλη η φιλονικία, πάντως, είχε προκληθεί από τον Δία.

Το πλήγμα και η προσβολή για τον Αίαντα ήταν τρομερό. Αποσύρθηκε στη σκηνή του και αποφάσισε να εκδικηθεί τους Ατρείδες και τον Οδυσσέα. Τη νύχτα, πήρε το ξίφος που του είχε χαρίσει ο Έκτορας και βγήκε από τη σκηνή του για να σκοτώσει τους αρχηγούς των Αχαιών. Η προστάτιδά τους όμως, η θεά Αθηνά, σκότισε τόσο πολύ το μυαλό του, που ξαφνικά παραφρόνησε, και μέσα στη μανία του, ρίχτηκε εναντίον των κοπαδιών του στρατοπέδου, νομίζοντας πως χτυπούσε εκείνους που τον αδίκησαν.
Σφάζει τα πρόβατα και θεωρεί τα κριάρια για αρχηγούς του στρατού και αρχίζει να τα μαστιγώνει άγρια και να καγχάζει σαρκαστικά μ’ ένα φοβερό γέλιο που το ονόμασαν “αιάντειο γέλιο”.

Όταν συνείλθε και συνειδητοποίησε πως είχε σκοτώσει πρόβατα και είχε γίνει ο περίγελος του στρατοπέδου, αποχαιρέτησε την σύζυγό του Τέκμησσα και τον γιο του Ευρυσάκη και μπήγοντας στο χώμα το σπαθί που του είχε δωρήσει ο Έκτορας αυτοκτόνησε πέφτοντας επάνω του στο σημείο κοντά στη μασχάλη, όπου ήξερε πως ήταν τρωτός.
Στον «Αίαντα» του Σοφοκλή από τα τελευταία του λόγια είναι η περίφημη φράση: «Ή καλώς ζην ή καλώς τεθνηκέναι τον ευγενή δει» (Ο ευγενής πρέπει ή να ζει με αξιοπρέπεια ή να πεθαίνει με αξιοπρέπεια). Η φράση αυτή σήμερα κοσμεί το έμβλημα της 9ης Ταξιαρχίας του Πεζικού μας.

Το πτώμα του Αίαντα, τάφηκε – ή κάηκε σε ειδικό φέρετρο- στο ακρωτήριο Ροίτειο της Τροίας. Εκεί, αργότερα, ιδρύθηκε ναός του, το Αιάντειο.

Όταν αργότερα ο Οδυσσέας επισκέφθηκε τον Ασφοδελό Λειμώνα, ο Αίαντας ήταν το μόνο φάσμα που στεκόταν μακριά του, απορρίπτοντας τις δικαιολογίες του πως ο Δίας ήταν υπεύθυνος για την άτυχη ιστορία. Ο Οδυσσέας είχε στο μεταξύ χαρίσει τα όπλα του σκανδάλου στον Νεοπτόλεμο, τον γιό του Αχιλλέα, άλλοι όμως ισχυρίστηκαν πως τα έχασε σε ναυάγιο επιστρέφοντας στην πατρίδα του, και τα κύματα, με τη συνεργασία της Θέτιδος, τα έβγαλαν πλάι στον τάφο του Αίαντα, στο Ροίτειο.

Οι Σαλαμίνιοι του είχαν αφιερώσει έναν ναό στην Αγορά τους και ισχυρίζονταν πως όταν πέθανε ο Αίαντας ένα καινούργιο λουλούδι εμφανίστηκε στο νησί τους. Φαίνεται ότι η λατρεία του Αίαντος είχε ευρεία διάδοση κατά την αρχαιότητα, γιατί αναφέρεται ως καθιερωμένη εκτός απ την Σαλαμίνα και στην Αττική, στην Τρωάδα, στο Βυζάντιο, ίσως και στα Μέγαρα.
Ιδιαίτερα τον τιμούσαν στην Αθήνα, όπου μια από τις κυριότερες φυλές της Αθήνας, η Αιαντίς, ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του ήρωα.
Ο ανδριάντας του, ως επωνύμου ήρωα, στήθηκε μπροστά στο Βουλευτήριο και του είχαν επίσης αφιερώσει την πρώτη μέρα της νέας σελήνης και το δεύτερο ποτήρι των συμποσίων. Μετά τη νίκη της Σαλαμίνας, αφιέρωσαν στον Αίαντα και μια φοινικική τριήρη.

Ο Σωκράτης, πριν από τον θάνατό του, είπε πως θα συναντηθεί στον Άδη με τον Αίαντα, γιατί και των δύο ο θάνατος οφείλεται σε άδικη κρίση. Ο Αισχύλος έγραψε για τον Αίαντα τριλογία (Όπλων κρίσις, Θρήσσαι και Σαλαμίνιαι), που διασώθηκε πολύ αποσπασματικά. Από την τριλογία του Σοφοκλή διασώθηκε ο «Αίας Μαινόμενος», ενώ ο «Τεύκρος» και ο «Ευρυσάκης» χάθηκαν. Αργότερα ασχολήθηκαν με τον Αίαντα ο Αστυδάμας ο Νεότερος, ο Θεοδέκτης και πολλοί Ρωμαίοι τραγικοί, ενώ ο Βιργίλιος, ο Οβίδιος, ο Οράτιος και ο Ιουβενάλης χρησιμοποίησαν τον Αίαντα ως θέμα των ποιητικών δημιουργιών τους.

Εικόνα: Μελανόμορφος αμφορέας του Εξηκία (530 π.Χ.), Μουσείο Καλών Τεχνών και Αρχαιολογίας, Boulogne-sur-Mer. Ο ζωγράφος επιλέγει να εικονίσει τη συγκλονιστική στιγμή που ο Αίας στερεώνει το ξίφος του στο έδαφος για να χάσει την ζωή του πέφτοντας πάνω του.

Add LocationEdit

1014375_815249965155342_653713619_n

Πώς σώθηκε τα σπίτι της Αγίας Φιλοθέης

 

 

Πώς σώθηκε τα σπίτι της Αγίας Φιλοθέης 

 

 

 

 Μιαν άγνωστη ιστορία, απολύτως πραγματική, για το πώς σώθηκε το σπίτι της Αγίας Φιλοθέης, στην οδό Αδριανού 96 της Πλάκας, από το γκρέμισμα, μου διηγήθηκε ο εκ των κληρονόμων της, σπουδαίος άνθρωπος και άριστος επιστήμονας χημικός, αείμνηστος Αλέξανδρος Λυμπερόπουλος, καταγόμενος από τη Σμύρνη της Μικράς Ασίας.

Ο κύριος Αλέξανδρος είχε μια θεία άτεκνη, τη Λουλού, όνομα χαϊδευτικό, συνηθισμένο στη Σμύρνη, η οποία πριν την κατοχή είχε δανείσει 500 χρυσές λίρες σε κάποιον κτηματία. Όταν ο δανειστής στη λήξη της προθεσμίας ανέφερε αδυναμία να την εξοφλήσει της έκανε πρόταση ή να δώσει άλλες 200 λίρες για να αγοράσει το σπίτι πάνω στο οποίο είχε εγγράψει υποθήκη, ή να βγει το σπίτι σε πλειστηριασμό, οπότε θα έχανε μέρος του κεφαλαίου της. Ατυχώς για εκείνη, αλλά για το καλό των κληρονόμων της αποφάσισε να το αγοράσει…
    Ακολούθησε η κατοχή, οπότε η αξία των ενοικίων πρακτικά μηδενίστηκε. Η θεία η Λουλού μέσα στην κατοχή πέθανε από φυματίωση και κανείς από τους πολυπληθείς κληρονόμους της δεν σκέφθηκε να μαζέψει το μέρος που του έπρεπε από τα μηδαμινά ενοίκια…
Μετά την απελευθέρωση εδέησε να πάει να δει το σπίτι ο θείος του Αλέξανδρου Λυμπερόπουλου, που ονομαζόταν Γιώργος Καρακλής, και γυρίζοντας είπε στους συγκληρονόμους, με φωνή απόγνωσης: “Τα ξέρω όλα!” και στη συνέχεια τους εξήγησε ότι μέσα στο σπίτι είχαν κάνει κατάληψη και κάθονταν τσάμπα δεκαοκτώ οικογένειες, ή και μεμονωμένα άτομα!
Για λόγους εφοριακούς και μόνο καθορίστηκε τότε κάποιο ενοίκιο στον καθένα. Το σύνολο των ενοικίων ήταν ασήμαντο και ο μπελάς να συμπληρώνουν οι κληρονόμοι τη σχετική δήλωση για την εφορία φοβερός. Ο Αλ. Λυμπερόπουλος μου είπε χαρακτηριστικά: ” Για να τη συμπληρώσω ήθελα μια βδομάδα και τέσσερα φύλλα της εφορίας! Και ξέρεις, μιλάμε για τα 3/32 του ενοικίου, που ήταν ελάχιστο ποσό!”.  Όλοι τότε οι κληρονόμοι συνεννοήθηκαν να πουλήσουν το σπίτι, χωρίς να ξέρουν την αξία του, ούτε την ιστορία του.
Η προσπάθεια να πουληθεί το σπίτι είχε αρχίσει ενώ ακόμη ζούσε η θεία Λουλού. Ζητούσε αρχικά 1.000 λίρες. Επί δεκαετίες ουδείς ενδιαφέρθηκε!…Η ζητούμενη τιμή πώλησης παρέμενε σταθερή στις 1.000 λίρες, έως το 1955, όταν ήρθε στην Αθήνα, προσκεκλημένος της τότε Κυβέρνησης, ο συγκοινωνιολόγος κ. Smith.
Το κυκλοφοριακό της Αθήνας ήταν από τότε προβληματικό και ο αμερικανός επιστήμονας εκπόνησε μελέτη αποσυμφόρησης του Κέντρου, η οποία, για ευνόητους λόγους, παρέμενε μυστική και δεν την γνώριζε κανείς, πλην ελάχιστων προσώπων.

Τότε εμφανίστηκε σε άλλον θείο του Αλέξανδρου Λυμπερόπουλου, τον Γιάννη Αρώνη, κάποιο πρόσωπο που με περίεργη επιμονή ενδιαφέρθηκε να αγοράσει το σπίτι. Προφανώς είχε πληροφορηθεί ότι η εν λόγω μελέτη πρότεινε την διαπλάτυνση της οδού Αδριανού και επομένως η αξία του ακινήτου, ως οικοπέδου, θα πολλαπλασιαζόταν…
Ο Αρώνης ήταν άνθρωπος της πιάτσας και στην ερώτηση του άγνωστου πόσα ζητάνε οι κληρονόμοι, απάντησε, χωρίς να ξέρει τα περί σχεδίου Σμιτ: “Εσείς τι μας προσφέρετε;…”. Μη λέγοντας τιμή ο άγνωστος και επιμένοντας στην ερώτηση του, ο Αρώνης, για να τον ξεφορτωθεί, του είπε ένα τρελό ποσό: “Θέλουμε 10.000 λίρες!”.
Ο συνομιλητής του διαμαρτυρήθηκε εντόνως, πως η τιμή είναι υπερβολική. Έκανε πως φεύγει και μετά γύρισε και του είπε στο αυτί: ” Μπορούμε να πούμε 12.000 και να πάρουμε 1.000 εσείς και 1.000 εγώ στο πλάϊ”…. Ο Αρώνης εξεπλάγη ευχάριστα, αλλά δεν το έδειξε, όσον δε αφορά το …μπόνους, το “μαρτύρησε” στους συγκληρονόμους…
Η υπόθεση δεν είχε συνέχεια. Τότε οι συγκληρονόμοι, για να απαλλαγούν από τον μπελά των ενοικιαστών, της εφορίας και των πενιχρών ενοικίων, αποφάσισαν να  κατεδαφιστεί το σπίτι, και να το πουλήσουν ως οικόπεδο….
Για να χαρακτηριστεί το σπίτι κατεδαφιστέο  χρειαζόταν από πολιτικούς μηχανικούς μια διαδικασία και κάλεσαν δύο να το δουν. Ο ένας λεγόταν Κώστα Βρεττός, ο οποίος, μετά από δική του έρευνα, τους αποκάλυψε ότι το ερείπιο αυτό που ήθελαν να γκρεμίσουν ήταν το μέγαρο της παλιάς οικογένειας των Αθηνών Μπενιζέλου, ότι σ’ αυτό το σπίτι γεννήθηκε και μεγάλωσε η Οσία Φιλοθέη και ότι είναι κτισμένο πριν από το 1550!
Αποκαλύφθηκε ακόμη ότι εκεί ήταν το πρώτο Κακουργιοδικείο της ελεύθερης Ελλάδος. Οι τοίχοι του σπιτιού είναι από ογκολίθους πάχους ενός μέτρου! Στον μαντρότοιχο, που περικλείει τις 1430 πήχες του οικοπέδου είναι ενσωματωμένα κομμάτια μαρμάρου, που έπεσαν στην περιοχή μετά τον βομβαρδισμό της Ακρόπολης από τον Μοροζίνι! Τέλος ο Βρεττός τους είπε ότι πρέπει να είναι ίσως το παλαιότερο σωζόμενο σπίτι της  Αθήνας από την τουρκοκρατία!…

Οι συγκληρονόμοι κατάλαβαν ότι δεν μπορεί το οίκημα να κατεδαφιστεί και ότι πρέπει να δεχτούν “τη σκληρή γι’ αυτούς πραγματικότητα”. Κι ενώ ήσαν απογοητευμένοι εμφανίστηκε το Κράτος που σωστά κήρυξε το σπίτι “διατηρητέο μνημείο και απαλλοτριωτέο” και τους προσέφερε ικανοποιητικό τίμημα για να το αποκτήσει.
Ο χαρακτηρισμός ήταν χρήσιμος για τη σωτηρία του σπιτιού της Αγίας Φιλοθέης, γιατί ακύρωσε την προϋπάρχουσα ρυμοτόμηση, που θέλοντας να δώσει διέξοδο στην από πάνω ευρισκόμενη οδό Πρυτανείου προς την Αδριανού, άφηνε στους συγκληρονόμους προς “αξιοποίηση” μόνο δύο μικρά – μη οικοδομήσιμα – οικοπεδικά τριγωνάκια στις άκρες.
Έτσι από την μία πλευρά σώθηκε το σπίτι της Αγίας Φιλοθέης και χάρη στην επιμονή του Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου αποκαθίσταται, και από την άλλη ο κύριος Αλέξανδρος Λυμπερόπουλος και οι συγκληρονόμοι του πήραν κάποια χρήματα, που, μπρος στο τίποτα, τους φάνηκαν ικανοποιητικά.-

 

 

 Γιώργου Παπαθανασόπουλου

 

agiafilothei0811

 

αναβασεις